γράφει ο Τζων Γουώργουικ Ζουρμπάκης
Ψυχολόγος/ Υπνοθεραπευτής/ Ψυχοθεραπευτής MSc/MEd
Ένας θεραπευτής φέρνει στην εποπτεία ένα περιστατικό που τον δυσκολεύει. Έχει δοκιμάσει διαφορετικές παρεμβάσεις, έχει επανεξετάσει τη θεραπευτική διατύπωση και έχει προσπαθήσει να προσεγγίσει το πρόβλημα από διαφορετικές πλευρές. Παρ’ όλα αυτά, η θεραπεία φαίνεται να έχει σταματήσει να προχωρά.
Το πρώτο ερώτημα είναι σχεδόν αυτονόητο: «Τι άλλο μπορώ να κάνω για να βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο;»
Είναι ένα σημαντικό ερώτημα. Ίσως όμως να μην είναι το μόνο που χρειάζεται να εξετάσουμε.
Γιατί μπορεί να χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει και με τον ίδιο τον θεραπευτή. Πώς έχει κατανοήσει το περιστατικό; Ποιες υποθέσεις έχει διαμορφώσει; Τι περιμένει να συμβεί μέσα στη θεραπεία; Υπάρχει κάτι που έχει παραβλέψει ή κάποια παρέμβαση στην οποία επιμένει, παρότι δεν φαίνεται πλέον να εξυπηρετεί τον θεραπευτικό στόχο;
Και ίσως το σημαντικότερο: τι συμβαίνει μέσα στη θεραπευτική σχέση που μπορεί να μην έχει ακόμη αντιληφθεί;
Εδώ ακριβώς αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερο βάθος η κλινική εποπτεία.
Η εποπτεία δεν είναι απλώς η ανάλυση ενός περιστατικού
Συχνά αντιλαμβανόμαστε την εποπτεία ως μια διαδικασία κατά την οποία ένας θεραπευτής παρουσιάζει ένα περιστατικό και ένας πιο έμπειρος συνάδελφος τον καθοδηγεί σχετικά με τις παρεμβάσεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει.
Η κλινική καθοδήγηση αποτελεί πράγματι ένα σημαντικό στοιχείο της εποπτείας. Δεν είναι όμως το μοναδικό.
Αν περιοριστούμε αποκλειστικά στην αναζήτηση της επόμενης θεραπευτικής παρέμβασης, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπίσουμε τη θεραπεία σαν μια ακολουθία τεχνικών, χωρίς να εξετάσουμε επαρκώς τη διαδικασία μέσα στην οποία εφαρμόζονται.
Έτσι, μπορεί να συζητήσουμε για ώρες γύρω από τις δυσκολίες ενός θεραπευόμενου, χωρίς να αναρωτηθούμε γιατί ο θεραπευτής επέλεξε να παρουσιάσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες ή γιατί θεωρεί ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο σημείο που περιγράφει.
Η εποπτεία δεν εξετάζει μόνο όσα συνέβησαν στη θεραπευτική συνεδρία. Εξετάζει και τον τρόπο με τον οποίο ο θεραπευτής αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει και ανταποκρίνεται σε αυτά.
Με αυτή την έννοια, το περιστατικό αποτελεί το υλικό μέσα από το οποίο μπορούμε να διερευνήσουμε και να αναπτύξουμε την κλινική σκέψη του ίδιου του επαγγελματία.
Όσα φέρνουμε στην εποπτεία και όσα αφήνουμε απέξω
Υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο στην εποπτική διαδικασία: ο θεραπευτής αποφασίζει τι θα παρουσιάσει.
Ακόμη και όταν έχει στη διάθεσή του αρκετά περιστατικά, επιλέγει συνήθως εκείνο που θεωρεί περισσότερο επείγον, δύσκολο ή σημαντικό.
Η επιλογή αυτή δεν είναι απαραίτητα τυχαία.
Μπορεί να επιλέξει ένα περιστατικό επειδή αισθάνεται ότι δεν έχει την απαραίτητη γνώση. Επειδή δυσκολεύεται να κατανοήσει τη συμπεριφορά του θεραπευόμενου. Επειδή έχει αρχίσει να αμφιβάλλει για τις θεραπευτικές του επιλογές ή επειδή η συγκεκριμένη θεραπευτική σχέση του προκαλεί συναισθήματα που δεν μπορεί εύκολα να εξηγήσει.
Αντίστοιχα, μπορεί να αποφεύγει την παρουσίαση ενός άλλου περιστατικού, ακριβώς επειδή αισθάνεται ότι έχει κάνει κάποιο λάθος ή επειδή φοβάται ότι οι επιλογές του θα αξιολογηθούν αρνητικά.
Δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή ή παράλειψη κρύβει κάποιο βαθύτερο ψυχολογικό νόημα. Σημαίνει όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουμε την κλινική μας δουλειά μπορεί μερικές φορές να μας δώσει εξίσου σημαντικές πληροφορίες με το ίδιο το περιστατικό.
Η εποπτεία δημιουργεί έναν χώρο όπου μπορούμε να εξετάσουμε και αυτές τις πλευρές της επαγγελματικής μας εμπειρίας.
Ο θεραπευτής δεν βρίσκεται έξω από τη θεραπευτική σχέση
Κάθε θεραπευτική σχέση αποτελεί μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων.
Ο θεραπευόμενος φέρνει τις προσωπικές του εμπειρίες, τις πεποιθήσεις, τις ανάγκες, τις προσδοκίες και τους τρόπους με τους οποίους έχει μάθει να σχετίζεται με τους άλλους.
Ο θεραπευτής, από την άλλη πλευρά, φέρνει τις γνώσεις του, την κλινική του εμπειρία, τη θεωρητική του προσέγγιση, αλλά και τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται και να ερμηνεύει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο, οι επιλογές μας επηρεάζονται από τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε όσα συμβαίνουν μέσα στη συνεδρία.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας θεραπευόμενος δυσκολεύεται να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του και αναζητά συνεχώς από τον θεραπευτή επιβεβαίωση ή καθοδήγηση.
Ο θεραπευτής, στην προσπάθειά του να τον βοηθήσει, μπορεί σταδιακά να αρχίσει να προσφέρει ολοένα περισσότερες λύσεις, να αναλαμβάνει μεγαλύτερη πρωτοβουλία και να προσπαθεί να διατηρήσει ο ίδιος τη θεραπευτική κατεύθυνση.
Χωρίς να το αντιληφθεί, ενδέχεται να έχει αρχίσει να αναπαράγει μέσα στη θεραπευτική σχέση ένα μοτίβο που προσπαθεί να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να αλλάξει.
Μπορεί μάλιστα να αισθάνεται ότι όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο λιγότερο ανταποκρίνεται ο θεραπευόμενος.
Μια συνηθισμένη προσέγγιση θα ήταν να αναζητήσουμε μια διαφορετική θεραπευτική τεχνική.
Στην εποπτεία, όμως, μπορούμε να εξετάσουμε και κάτι άλλο: μήπως ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί ο θεραπευτής να βοηθήσει έχει γίνει μέρος της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν;
Δεν πρόκειται για απόδοση ευθύνης. Πρόκειται για την προσπάθεια να κατανοήσουμε ολόκληρη τη θεραπευτική διαδικασία και όχι μόνο τη συμπεριφορά του θεραπευόμενου.
Ασφάλεια δεν σημαίνει απουσία πρόκλησης
Για να μπορέσει ένας θεραπευτής να εξετάσει ουσιαστικά τη δουλειά του, χρειάζεται να αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει ανοιχτά για τις αμφιβολίες, τις δυσκολίες και τα λάθη του.
Αν η εποπτεία βιώνεται αποκλειστικά ως μια διαδικασία αξιολόγησης, όπου κάθε δυσκολία μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ανεπάρκειας, είναι πιθανό ο θεραπευτής να περιορίσει αυτά που μοιράζεται.
Και τότε η εποπτεία χάνει ένα σημαντικό μέρος της χρησιμότητάς της.
Από την άλλη πλευρά, η δημιουργία ενός ασφαλούς εποπτικού περιβάλλοντος δεν σημαίνει ότι ο επόπτης οφείλει να συμφωνεί με τον θεραπευτή ή να επιβεβαιώνει κάθε επιλογή του.
Υπάρχουν φορές που χρειάζεται να αμφισβητηθεί μια θεραπευτική υπόθεση, να επισημανθεί ένας λανθασμένος χειρισμός ή να αναγνωριστεί ότι μια παρέμβαση δεν είναι κατάλληλη για το συγκεκριμένο περιστατικό.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου χρειάζεται σαφής κλινική καθοδήγηση, αξιολόγηση της επαγγελματικής επάρκειας ή άμεση αντιμετώπιση ενός ζητήματος ασφάλειας.
Επομένως, η ουσιαστική εποπτεία χρειάζεται να συνδυάζει δύο στοιχεία που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνονται αντιφατικά.
Την ασφάλεια που επιτρέπει στον θεραπευτή να εκφραστεί με ειλικρίνεια και την πρόκληση που του επιτρέπει να επανεξετάσει και να εξελίξει τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται.
Η συνεργασία ανάμεσα στον επόπτη και τον εποπτευόμενο δεν καταργεί τις διαφορετικές επαγγελματικές τους ευθύνες. Αντίθετα, απαιτεί να είναι σαφείς και κατανοητές από την αρχή της συνεργασίας.
Από την εμπειρία στον αναστοχασμό
Η κλινική εμπειρία είναι αναμφίβολα πολύτιμη. Ωστόσο, η επανάληψη μιας δραστηριότητας δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τη βελτίωσή μας σε αυτήν.
Ένας θεραπευτής μπορεί να εργάζεται για πολλά χρόνια και να συνεχίζει να επαναλαμβάνει τις ίδιες πρακτικές, να κάνει τις ίδιες υποθέσεις ή να αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες χωρίς να τις έχει εξετάσει ουσιαστικά.
Ο αναστοχασμός μάς επιτρέπει να επιστρέψουμε στην εμπειρία και να τη διερευνήσουμε από διαφορετικές οπτικές.
Τι συνέβη; Πώς το κατάλαβα; Σε ποιες πληροφορίες βασίστηκα; Ποιες άλλες ερμηνείες θα μπορούσαν να εξηγήσουν αυτό που παρατήρησα; Πώς ανταποκρίθηκε ο θεραπευόμενος στην παρέμβασή μου;
Δεν αρκεί όμως να αναλύουμε διαρκώς αυτό που συνέβη. Ο αναστοχασμός αποκτά κλινική αξία όταν οδηγεί σε κάποια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε και εφαρμόζουμε τη θεραπεία.
Μπορεί αυτή η αλλαγή να αφορά μια διαφορετική κλινική διατύπωση, μια νέα θεραπευτική στρατηγική, την αναγνώριση ενός προσωπικού μας μοτίβου ή απλώς την απόφαση να παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά κάτι στην επόμενη συνεδρία.
Αυτό που έχει σημασία είναι η σύνδεση ανάμεσα στην εμπειρία, στη γνώση και στην εφαρμογή.
Με αυτόν τον τρόπο, η εποπτεία μετατρέπεται από μια περιστασιακή συζήτηση γύρω από τις θεραπευτικές μας δυσκολίες σε μια διαδικασία συνεχούς επαγγελματικής μάθησης.
Ο επόπτης χρειάζεται και ο ίδιος εποπτεία
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της εποπτικής σχέσης είναι η αναγνώριση ότι κανένας επαγγελματίας δεν διαθέτει όλες τις απαντήσεις.
Η εμπειρία, οι σπουδές και η εξειδίκευση αποτελούν σημαντικά επαγγελματικά εφόδια, αλλά δεν εξαλείφουν την πιθανότητα λανθασμένων εκτιμήσεων, προσωπικών προκαταλήψεων ή τυφλών σημείων.
Αυτό ισχύει εξίσου για τον επόπτη.
Ο επόπτης δεν βρίσκεται έξω από την εποπτική σχέση. Συμμετέχει και ο ίδιος στη διαδικασία, διαμορφώνει υποθέσεις, ανταποκρίνεται στον εποπτευόμενο και επηρεάζεται από όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους.
Η δική του εποπτεία και η συνεχής επαγγελματική του ανάπτυξη αποτελούν επομένως σημαντικά στοιχεία της υπεύθυνης εποπτικής πρακτικής.
Αν ζητάμε από έναν θεραπευτή να αναγνωρίζει τα όρια της γνώσης του, να αμφισβητεί τις υποθέσεις του και να παραμένει ανοιχτός στην ανατροφοδότηση, είναι απαραίτητο να μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και εμείς.
Η εποπτεία ως επαγγελματική ευθύνη
Παρότι ο θεραπευτής βρίσκεται στο επίκεντρο της εποπτικής διαδικασίας, δεν είναι ο μοναδικός άνθρωπος που επηρεάζεται από αυτήν.
Ο θεραπευόμενος, το επαγγελματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιείται η θεραπεία και, όπου υπάρχει, ο οργανισμός στον οποίο εργάζεται ο θεραπευτής αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες.
Η εποπτεία οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη δεοντολογία, τα επαγγελματικά όρια, την εμπιστευτικότητα, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τη διαχείριση του κλινικού κινδύνου.
Αυτά δεν αποτελούν απλώς τυπικές επαγγελματικές υποχρεώσεις. Είναι στοιχεία που επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα και την ασφάλεια της θεραπευτικής διαδικασίας.
Γι’ αυτό και ο ρόλος της εποπτείας δεν περιορίζεται στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης ή στην υποστήριξη του επαγγελματία. Περιλαμβάνει την εκπαίδευση, την ανατροφοδότηση, την αξιολόγηση και την ανάληψη της ευθύνης που αντιστοιχεί στον εκάστοτε εποπτικό ρόλο.
Η ενθάρρυνση της επαγγελματικής αυτονομίας δεν σημαίνει ότι παραβλέπουμε τα όρια της επάρκειας ή ότι αποφεύγουμε τις δύσκολες συζητήσεις.
Αντίθετα, σημαίνει ότι βοηθάμε τον θεραπευτή να αναγνωρίζει πότε μπορεί να προχωρήσει αυτόνομα, πότε χρειάζεται επιπλέον καθοδήγηση και πότε μια περίπτωση απαιτεί διαφορετική ή πιο εξειδικευμένη αντιμετώπιση.
Τελικά, τι προσπαθούμε να πετύχουμε;
Δεν θεωρώ ότι ο στόχος της κλινικής εποπτείας είναι να δημιουργήσουμε θεραπευτές που σκέφτονται και εργάζονται με τον ίδιο τρόπο.
Κάθε επαγγελματίας διαμορφώνει σταδιακά τη δική του θεραπευτική ταυτότητα, μέσα από τις γνώσεις, την εκπαίδευση, την προσωπική του εμπειρία και την κλινική πράξη.
Ο ρόλος της εποπτείας είναι να υποστηρίξει αυτή την εξέλιξη, προσφέροντας παράλληλα το απαραίτητο πλαίσιο γνώσης, διερεύνησης και επαγγελματικής ευθύνης.
Να βοηθήσει τον θεραπευτή να διακρίνει το γεγονός από την ερμηνεία του, να αναγνωρίζει τα μοτίβα πίσω από την αφήγηση, να κατανοεί τους μηχανισμούς που συντηρούν τη δυσκολία και να επιλέγει τις παρεμβάσεις του με μεγαλύτερη επίγνωση.
Κυρίως, όμως, να μάθει να εξετάζει τη δική του συμμετοχή στη θεραπευτική διαδικασία, χωρίς να χάνει την απαραίτητη κλινική απόσταση και τη συνολική θεραπευτική κατεύθυνση.
Γιατί η εποπτεία δεν αφορά μόνο το πώς θα διαχειριστούμε καλύτερα το επόμενο περιστατικό.
Αφορά το πώς θα εξελιχθούμε ως επαγγελματίες, ώστε να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε με μεγαλύτερη σαφήνεια, επάρκεια και υπευθυνότητα στα περιστατικά που θα ακολουθήσουν.
Στο επίκεντρο της εποπτείας βρίσκεται ο θεραπευτής. Ο απώτερος σκοπός της, όμως, παραμένει η ποιότητα της θεραπευτικής πράξης και η προστασία του θεραπευόμενου.
Στο Κέντρο Ολιστικής Ψυχικής Υγείας HYPNOSIS παρέχεται ατομική και ομαδική κλινική εποπτεία για επαγγελματίες ψυχικής υγείας, με έμφαση στην κλινική διατύπωση, στην ανάπτυξη της θεραπευτικής σκέψης και στη συνεχή επαγγελματική εξέλιξη.


