γράφει η Σαράντου Αλεξάνδρα

Αναπτυξιολόγος / Παιδοψυχολόγος

Υπάρχουν παιδιά που λένε «δεν μπορώ» πριν καν προσπαθήσουν. Άλλα αποφεύγουν
οτιδήποτε καινούργιο, θυμώνουν όταν κάνουν λάθος ή εγκαταλείπουν γρήγορα όταν κάτι
δυσκολεύει. Συχνά αυτό ερμηνεύεται ως πείσμα, έλλειψη κινήτρου ή χαμηλή ανοχή στη
ματαίωση. Πολύ συχνά, όμως, πίσω από αυτές τις αντιδράσεις βρίσκεται κάτι βαθύτερο:
ένας πρώιμος φόβος αποτυχίας.


Ο φόβος της αποτυχίας στην παιδική ηλικία δεν αφορά μόνο τη σχολική επίδοση. Μπορεί
να αφορά τον τρόπο που το παιδί αρχίζει να συνδέει την προσπάθεια με την αξία του. Όταν
το λάθος βιώνεται σαν απόδειξη ανεπάρκειας, τότε η αποφυγή μπορεί να λειτουργεί ως
τρόπος προστασίας της αυτοαξίας (Covington, 2009).


Όταν η αποτυχία δεν σημαίνει απλώς «έκανα λάθος», αλλά «κάτι δεν πάει καλά με μένα», το
παιδί μπορεί να αρχίσει να οργανώνει τη συμπεριφορά του γύρω από την αποφυγή. Αυτό
μπορεί να φαίνεται ως τελειομανία, έντονη απογοήτευση με μικρές δυσκολίες, ανάγκη
επιβεβαίωσης ή φόβος έκθεσης. Η αίσθηση ότι η αξία εξαρτάται από το αποτέλεσμα
συνδέεται με πιο εύθραυστη αυτοαξία (OECD, 2024; Covington, 2009).


Τα παιδιά διαμορφώνουν πολύ νωρίς συμπεράσματα για τον εαυτό τους. Ήδη από την
προσχολική ηλικία αρχίζουν να αξιολογούν τις ικανότητές τους και να συνδέουν αυτές τις
αξιολογήσεις με την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους (OECD, 2024). Αν η εμπειρία είναι
«Αξίζω όταν τα καταφέρνω», τότε η αποτυχία γίνεται απειλή. Αν η εμπειρία είναι «Αξίζω
ακόμη κι όταν δυσκολεύομαι», τότε το λάθος γίνεται μέρος της ανάπτυξης.


Η ατομική ψυχολογία του Adler και οι εφαρμογές του Dreikurs υπογραμμίζουν ότι η
εμπειρία του belonging —του να νιώθει το παιδί ότι έχει θέση, ότι ανήκει και ότι έχει αξία
μέσα στη σχέση— αποτελεί βάση για το θάρρος να δοκιμάσει (Adler, 1930; Dreikurs,
1964). Όταν όμως η αποδοχή βιώνεται υπό όρους, το παιδί μπορεί να οργανώσει τη
συμπεριφορά του γύρω από την αποφυγή του λάθους.


Η θεωρία στόχων επίτευξης δείχνει ότι όταν το παιδί εστιάζει στο να αποφύγει την
αποτυχία, αυξάνεται το άγχος και μειώνεται η εσωτερική εμπλοκή στη μάθηση (Elliot,
2005). Παράλληλα, η θεωρία αυτοκαθορισμού υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη εσωτερικού
κινήτρου συνδέεται με την ικανοποίηση αναγκών όπως η επάρκεια, η αυτονομία και η
σύνδεση (Ryan & Deci, 2017).


Τι βοηθά πραγματικά; Να βιώσει το παιδί ότι μπορεί να δυσκολεύεται χωρίς να χάνει την
αξία του, ότι το λάθος δεν διαταράσσει τον δεσμό, ότι η προσπάθεια έχει νόημα ακόμη κι όταν δεν πετυχαίνει αμέσως, και ότι η αποτυχία δεν είναι ταυτότητα .
Ίσως η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι «πώς θα κάνω το παιδί να μην φοβάται την
αποτυχία;», αλλά «πώς θα βοηθήσω το παιδί να μην συνδέει την αποτυχία με την αξία
του;». Εκεί συχνά αλλάζει η κατεύθυνση.

Βιβλιογραφικές αναφορές:
Adler, A. (1930). The education of children. Greenberg.
Covington, M. V. (2009). Self-worth theory: Retrospection and prospects. In K. R. Wentzel &
A. Wigfield (Eds.), Handbook of motivation at school (pp. 141–169). Routledge.
Dreikurs, R. (1964). Children: The challenge. Hawthorn Books.
Elliot, A. J. (2005). A conceptual history of the achievement goal construct. In A. J. Elliot & C.
S. Dweck (Eds.), Handbook of competence and motivation (pp. 52–72). Guilford Press.
OECD. (2024). Self-worth and learning framework. OECD Publishing.
Ryan, R. M., & Deci, E. L. (2017). Self-determination theory: Basic psychological needs in
motivation, development, and wellness. Guilford Press.

Αν αναζητάτε ψυχολόγο στο Ρέθυμνο, επικοινωνήστε μαζί μας για ένα ραντεβού με τον ειδικό μας!