γράφει ο Τζων Γουώργουικ Ζουρμπάκης
Ψυχολόγος/ Υπνοθεραπευτής/ Ψυχοθεραπευτής MSc/MEd
Η ψυχοθεραπεία είναι μία από τις λίγες επαγγελματικές διαδικασίες όπου ο ίδιος ο άνθρωπος αποτελεί ταυτόχρονα και το εργαλείο της δουλειάς. Ο θεραπευτής δεν εργάζεται μόνο με θεωρίες, τεχνικές ή πρωτόκολλα. Εργάζεται με τον τρόπο που παρατηρεί, σκέφτεται, οργανώνει πληροφορίες, κατανοεί συμπεριφορές και τελικά με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη εμπειρία μέσα στη συνεδρία.
Γι’ αυτό και η κλινική εποπτεία αποτελεί βασικό μέρος της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής σε πολλές χώρες της Ευρώπης και του εξωτερικού. Δεν αντιμετωπίζεται ως μία τυπική διαδικασία ή ως κάτι που αφορά μόνο νέους θεραπευτές. Αντίθετα, θεωρείται απαραίτητο κομμάτι της συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης, της διατήρησης θεραπευτικής ποιότητας και της κλινικής ασφάλειας μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.
Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο δουλεύει κάποιος θεραπευτικά, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι πίσω από κάθε σύμπτωμα υπάρχει μία ολόκληρη ψυχολογική οργάνωση. Πίσω από το άγχος μπορεί να υπάρχει ένας συνεχής φόβος απώλειας ελέγχου. Πίσω από την τελειοθηρία μπορεί να υπάρχει η αίσθηση ότι η αξία του ανθρώπου εξαρτάται από την επίδοση. Πίσω από πολλές αποφυγές υπάρχει συχνά μία βαθύτερη προσπάθεια προστασίας από συγκεκριμένα συναισθήματα ή εσωτερικά συμπεράσματα.
Η θεραπεία δεν βασίζεται μόνο στο «τι νιώθει» ο θεραπευόμενος αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει ψυχολογικά την πραγματικότητα γύρω του.
Και πολλές φορές αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η κλινική εποπτεία αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί μέσα στη θεραπευτική διαδικασία είναι εύκολο ο θεραπευτής να χαθεί:
- μέσα στην αφήγηση,
- μέσα στην ανάγκη να βοηθήσει,
- μέσα στην υπερανάλυση,
- ή ακόμη και μέσα στην ίδια τη σχέση με τον θεραπευόμενο.
Η εποπτεία βοηθά τον θεραπευτή να επιστρέψει στη διατύπωση, στη θεραπευτική κατεύθυνση και στους μηχανισμούς που πραγματικά συντηρούν το πρόβλημα.
Βοηθά να δημιουργηθεί μεγαλύτερη σαφήνεια γύρω από ερωτήματα όπως:
- Τι ακριβώς συντηρεί το σύμπτωμα;
- Τι αποφεύγει ο θεραπευόμενος;
- Ποιες συμπεριφορές συνεχίζουν να ενισχύουν το πρόβλημα;
- Ποια είναι η συναισθηματική λογική πίσω από τη δυσκολία;
- Και τελικά, τι ακριβώς προσπαθεί να αλλάξει η θεραπεία;
Η κλινική εποπτεία δεν αφορά μόνο την «υποστήριξη» του θεραπευτή. Αφορά κυρίως την ανάπτυξη κλινικής σκέψης. Την ικανότητα να μπορεί κανείς να οργανώνει θεραπευτικά ένα περιστατικό, να διατηρεί δομή μέσα στη συνεδρία και να μην χάνει τη συνολική κατεύθυνση της θεραπείας.
Ταυτόχρονα, η εποπτεία λειτουργεί και ως ένας σημαντικός παράγοντας προστασίας για τον ίδιο τον θεραπευόμενο. Η θεραπεία είναι μία σύνθετη διαδικασία και η ύπαρξη συνεχούς εποπτείας βοηθά ώστε ο θεραπευτής να μπορεί να διατηρεί μεγαλύτερη σαφήνεια, σταθερότητα και συνέπεια στη δουλειά του. Σε πολλά σύγχρονα θεραπευτικά πλαίσια, η εποπτεία θεωρείται βασικό στοιχείο υπεύθυνης και ασφαλούς κλινικής πρακτικής, ακριβώς γιατί ενισχύει τη δυνατότητα του θεραπευτή να παραμένει θεραπευτικά παρών χωρίς να χάνει την κλινική κατεύθυνση.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όπου πολλοί νέοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας διαθέτουν σημαντική θεωρητική κατάρτιση αλλά συχνά δυσκολεύονται στη μετάβαση από τη θεωρία στην πραγματική κλινική πράξη. Η θεραπεία δεν είναι απλή εφαρμογή τεχνικών. Είναι η ικανότητα να παρατηρεί κανείς τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από το σύμπτωμα και να μπορεί να παρέμβει με τρόπο οργανωμένο, συνεπή και θεραπευτικά στοχευμένο.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η συνεχής εποπτεία θεωρείται βασικό στοιχείο της επαγγελματικής ταυτότητας ενός θεραπευτή, ακριβώς γιατί συμβάλλει:
- στη διατήρηση θεραπευτικής ποιότητας,
- στην αποφυγή θεραπευτικής στασιμότητας,
- στην ανάπτυξη κλινικής επάρκειας,
- στη διατήρηση επαγγελματικής και θεραπευτικής ασφάλειας,
- και στη συνεχή εξέλιξη της θεραπευτικής σκέψης.
Η θεραπεία δεν είναι μία στατική διαδικασία. Και ίσως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες πίσω από μία ουσιαστική θεραπευτική δουλειά είναι το κατά πόσο ο ίδιος ο θεραπευτής συνεχίζει να παρατηρεί, να επεξεργάζεται και να εξελίσσει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται κλινικά.


